2020: Εθνικές και οικονομικές προκλήσεις σε ασταθές διεθνές περιβάλλον

Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, Οικονομολόγος – Ψυχολόγος, Συγγραφέας

Κάθε χρόνια ξεκινά με την ελπίδα να αποδειχτεί καλύτερη από τηn προηγούμενη. Η Ελλάδα μπορεί να αφήνει πίσω της την αφόρητη μνημονιακή φάση αλλά ο δρόμος που ανοίγεται μπροστά της κρύβει πολλές εθνικές και οικονομικές παγίδες. Γι’ αυτό και όσοι θεωρούν τις εκλογές ως χρήσιμο πολιτικό εργαλείο, μέσα στο συγκεκριμένο κρίσιμο πλαίσο, καλό θα κάνουν να το ξανασκεφτούν.

Η χώρα αναζητεί την αναπτυξιακή εκτίναξη και τη μετουσίωση του θετικού εγχώριου κλίματος σε σταθερή επενδυτική ορμή. Οι φορολογικές ελαφρύνσεις, η συνέχιση των μεταρρυθμίσεων και και της ψηφιοποίησης της κρατικής λειτουργίας, μαζί με το χαμηλό κόστος δανεισμού και τον σταδιακό εξορθολογισμό των κόκκινων δανείων, συνεπικουρούν ώστε να εμπεδωθεί το αίσθημα οριστικής αλλαγής σελίδας στην αγορά.

Όμως η κατάσταση δεν είναι τόσο ιδανική. Η Ελλάδα προσπαθεί να ορθοποδήσει τη στιγμή που οι διεθνείς συνθήκες δημιουργούν μεγάλα ερωτηματικά για το οικονομικό μέλλον.

Ο παγκόσμιος εμπορικός πόλεμος δείχνει να εξομαλύνεται αλλά παραμένει ασαφές το για πόσο θα διαρκέσει και πότε θα αναζωπυρωθεί και θα επεκταθεί, όσο οι λόγοι που τον ξεκίνησαν δεν έχουν εκλείψει.

Οι κεντρικές τράπεζες έχουν σχεδόν εξαντλήσει την νομισματική παρεμβατικότητα τους. Αρχικά οι ΗΠΑ και λίγο αργότερα η Ε.Ε. στήριξαν το πλάνο τους για έξοδο από την κρίση και στην ποσοτική χαλάρωση. Όμως πλέον τα φαινόμενα αποπληθωρισμού και αναιμικών ρυθμών ανάπτυξης πετούν το μπαλάκι των πρωτοβουλιών στα κράτη με θεόρατα θετικά ισοζύγια τρεχουσών συναλλαγών και υψηλά πλεονάσματα. Μόνο που τα επίπεδα δημοσίου χρέους είναι ακόμη τέτοια που η διστακτικότητα για παρεμβάσεις παραμένει.

Η ενεργοποίηση δημοσιονομικών παρεμβάσεων, που από την αρχή της κρίσης προτείνονταν ως χρήσιμο, πρόσκαιρο εργαλείο, μπορεί να τονώσει την κατανάλωση αλλά δεν πρόκειται να λύσει τον γόρδιο δεσμό της εποχής. Η παραγωγική μετάβαση προς την 4η βιομηχανική επανάσταση γεννά μια σειρά ζητημάτων που απαιτούν χρονικό περιθώριο και δομικές αλλαγές, η πορεία των οποίων θα συνδυαστεί με ένα ανασφαλές και αντίξοο περιβάλλον.

Αυτό το κλίμα καλείται να αντιμετωπίσει η Ελλάδα ενώ ταυτόχρονα οι διπλωματικές πιέσεις στην περιοχή μας γίνονται όλο και πιο ασφυκτικές. Από τη μια, τα ενεργειακά συμφέροντα στην Ανατολική Μεσόγειο κι από την άλλη η τουρκική προκλητικότητα που μέσω του μεταναστευτικού επιχειρεί να επιβάλλει τετελεσμένα στο Αιγαίο και όχι μόνο.

Δεν είναι λίγοι αυτοί που κατηγόρησαν τον Τσίπρα ότι ουσιαστικά αντάλλαξε την ακύρωση της νέας μείωση των συντάξεων με τις εθνικές παραχωρήσεις στο Σκοπιανό. Αυτό που εύλογα απασχολεί τους Έλληνες είναι μη τυχόν και οι εξελίξεις στα ελληνοτουρκικά χρησιμοποιηθούν από ορισμένους κύκλους επιρροής ως μοχλός εκβιασμού για την διατήρηση των θετικών προσδοκιών στο οικονομικό πεδίο. Και μετά την πληγή της συμφωνίας των Πρεσπών το κορμί της πατρίδας και η ψυχή μας δεν αντέχει και δεύτερη μαχαιριά.

Πηγή: LastPoint.gr

Η ευχή και η κατάρα των αρνητικών επιτοκίων

Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, Οικονομολόγος – Ψυχολόγος, Συγγραφέας

Ο δανεισμός της χώρας με αρνητικό επιτόκιο, έστω και με τη μορφή τρίμηνων εντόκων γραμματίων είναι ένα πρωτοφανές οικονομικό φαινόμενο για τα ελληνικά δεδομένα που πιθανότατα δύσκολα θα ξαναδούμε πέρα από αυτή την τόσο ιδιαίτερη περίοδο. Πολλές από τις υπόλοιπες χώρες της Ε.Ε. είχαν γευτεί αυτή την τόσο ιδιαίτερη κατάσταση εδώ και καιρό, με προεξέχουσα την Γερμανία, αλλά η Ελλάδα μακριά από την ποσοτική χαλάρωση της ΕΚΤ και μπλεγμένη στα μνημονιακά κατάλοιπα, την αναπτυξιακή ανυπαρξία και την διεθνή ανυποληψία έμενε να παρακολουθεί όσα εκτυλίσσονταν.

Γιατί όμως το χωρίς σταματημό καθοδικό ράλι των επιτοκίων δανεισμού μετέτρεψε μια χώρα σαν τη δικιά μας με χρέος σταθερά πάνω από 170% του ΑΕΠ, σε τόσο αξιόπιστο δανειστή που να αξίζει κάποιος επενδυτής να πληρώσει κιόλας για να αποκτήσει τα χρεόγραφα του; Προφανώς και ο λόγος δεν είναι αποκλειστικά η όποια πολιτική αλλαγή και η βελτίωση του οικονομικού κλίματος. Άλλωστε το δεκαετές ομόλογο παραδόθηκε από τον ΣΥΡΙΖΑ στο 2,03%, την Παρασκευή πριν τις εκλογές και τα έντοκα βρίσκονταν ήδη αρκετά χαμηλά.

Η εξήγηση αυτής της επιτοκιακής κατρακύλας είναι λίγο πιο περίπλοκη και στην περίπτωση μας έχει σχέση με δυο σημαντικά γεγονότα. Από τη μια, η συγκεκριμένη έκδοση εντόκων καλύφθηκε σε μεγάλο βαθμό από χρηματοπιστωτικούς ομίλους που ζητούσαν μια βραχυπρόθεσμη τοποθέτηση λιγότερο επώδυνη από το αρνητικό επιτόκιο της ΕΚΤ που αγγίζει το 0,5%. Από την άλλη, η παγκόσμια τάση για μείωση των αναπτυξιακών προβλέψεων για το 2020 δημιουργεί κλίμα ανασφάλειας στις αγορές που προτιμούν την μικρότερη δυνατή απώλεια ενός κρατικού ομολόγου με αρνητικό επιτόκιο από την αποφλοίωση των επενδυτικών χαρτοφυλακίων τους σε ένα υφεσιακό περιβάλλον.

Τα χαμηλά, σχεδόν μηδενικά επιτόκια, είναι ένα χρήσιμο, πρόσκαιρο εργαλείο ώστε σε περιόδους κρίσης να δοθούν ευκαιρίες ευκολότερης χρηματοδότησης και αναθέρμανσης της οικονομίας. Η επιμονή όμως και η μετατροπή του σε σχεδόν μόνιμη μέθοδος δεν πρόκειται να λύσει τα δομικά προβλήματα που έφεραν το υφεσιακό κλίμα.

Το πιθανότερο είναι το φθηνό χρήμα αντί να καταλήξει στην πραγματική επιχειρηματική ζωή, να διογκώσει μια χρηματοοικονομική και καταναλωτική φούσκα που κάποια στιγμή θα εκραγεί με πάταγο συμπαρασύροντας τα πάντα. Λίγο, πολύ, επαναφορά στη ρίζα του κακού που προκάλεσε τον όλεθρο της προηγούμενης δεκαετίας.

Ανέλυα από το 2010 ότι οι ουσιαστικές αιτίες της κρίσης δεν θα ξεπεραστούν μόνο πετώντας χρήματα από το ελικόπτερο. Τουλάχιστον όχι χρησιμοποιώντας ατέρμονα αυτή την τακτική. Ακόμη κι αν το χρηματοπιστωτικό σύστημα ξεπεράσει την περίοδο της αναξιοπιστίας και της παραπληροφόρησης των επενδυτών, θα παραμένει αναπάντητο το πιο κρίσιμο ερώτημα.

Ποια είναι η επόμενη οικονομική ημέρα; Πώς θα καλλιεργηθούν οι προϋποθέσεις για υγιή ανάπτυξη; Πώς θα περάσει η παραγωγική διαδικασία στο επόμενο στάδιο, με παρεμβάσεις σε επίπεδο κόστους, εργασιακής αξιοποίησης και τεχνολογικής αναβάθμισης.

Υ.Γ. Καλώς λοιπόν χαιρόμαστε για την ταχύτατη αποκλιμάκωση των επιτοκίων. Πιστοποιεί, και αυτό, την επιστροφή στην κανονικότητα. Αλλά δεν πρόκειται ούτε για ουσιώδες αναπτυξιακό μέσο αφού αφορά την αναχρηματοδότηση τρίμηνων γραμματίων, ούτε μας προφυλάσσει από την διεθνή τάση αναπτυξιακής επιβράδυνσης που τείνει να επηρεάσει αρνητικά και τους δικούς μας σχετικούς στόχους.

Ασφαλιστικό… κενό

Γράφει ο Κωνσταντίνος Μανίκας, Οικονομολόγος – Ψυχολόγος, Συγγραφέας

Ένα από τα πιο “ταλαιπωρημένα”, πολιτικά και κοινωνικά, θέματα παραμένει το ασφαλιστικό μας σύστημα. Ένα αναδιανεμητικό μοντέλο που επί δεκαετίες δεν αξιοποιούσε ορθολογικά τους πόρους του, ούτε επενδυτικά, ούτε σε επίπεδο προσφερόμενων υπηρεσιών και παροχών που μετατράπηκε σε εργαλείο προεκλογικής μικροπολιτικής διαχείρισης. Ένα σύστημα που ήταν προφανές, εδώ και δεκαετίες, ότι κάποια στιγμή θα “έσκαγε” κάτω από το βάρος των λάθος ιεραρχήσεων, της αδύναμης δομής του αλλά και καθαρά οικονομικών (ασθενική ανάπτυξη κι απασχόληση) και δημογραφικών παραγόντων.

Περιμένουμε με μεγάλο ενδιαφέρον να δούμε τη συνολική προσέγγιση της σημερινής κυβέρνησης και τον τρόπο που θα επιχειρήσει να συνδυάσει το διαχρονικά αναδιανεμητικό σκεπτικό με πιο κεφαλαιοποιητικά στοιχεία. Στα πρώτα θετικά σημάδια πρέπει να καταγραφεί  η διόρθωση ενός εξόφθαλμου σφάλματος που επί της ουσίας τιμωρούσε αντί να επιβραβεύει όσους παρέμεναν πάνω από 30 χρόνια εργασιακά ενεργοί. Καλώς λοιπόν, προβλέπεται η αύξηση του ποσοστού αναπλήρωσης, άρα και η σύνταξη, όσων προσφέρουν περισσότερα στο σύστημα με συνέπεια.

Όμως προκαλεί εντύπωση η επιλογή να αυξηθεί το ποσό για την ελάχιστη εισφορά. Ακόμη κι αν νομοθετικά έπρεπε υποχρεωτικά να αποσυνδεθεί το ύψος της από το εισόδημα, όπως ίσχυε έως τώρα, δεν έχει ακουσθεί κανένα επιχείρημα που να εξηγεί αναλογιστικά την ανάγκη για μια τέτοια κίνηση. Έστω και άτυπα θα μπορούσε να έχει χρησιμοποιηθεί ένας έμμεσος τρόπος υπολογισμού που να μην επιτρέπει την υπέρβαση της εισφοράς από ένα ποσοστό και πάνω του βασικού μισθού.

Υπενθυμίζω ότι η ΝΔ δικαίως θεωρούσε υπερβολικό το 27% του νόμου Κατρούγκαλου που είχε αρχικά ορίσει την κατώτατη εισφορά στα 168 ευρώ για να ανέβει λίγο αργότερα στα 180 λόγω της αύξησης του κατώτατου μισθού. Με βάση αυτή τη φόρμουλα οι εισφορές θα έφθαναν στα 220 ευρώ, που δήλωσε ο νέος υπουργός ότι θα οριστεί τώρα το σχετικό ποσό, θα έπρεπε ο βασικός μισθός να αυξηθεί κατά περίπου 150 ευρώ ακόμα, αγγίζοντας τα 800!

Υπενθυμίζω επίσης ότι η προεκλογική υπόσχεση της ΝΔ αφορούσε τόσο την φορολογική, όπως ήδη συνέβη, αλλά και την ασφαλιστική ελάφρυνση των ελεύθερων επαγγελματιών και των επιχειρήσεων.  Δεν υπονόησε ποτέ ότι στόχος είναι η συνολική μείωση της επιβάρυνσης, διαχωρίζοντας τα δυο πεδία, όπως γίνεται τώρα. Όσο ευεργετικές κι αν είναι οι διατάξεις για την πολύ χαμηλή φορολόγηση των πρώτων ετών δραστηριοποίησης ενός νέου αυτοαπασχολούμενου, μοιάζει ακόμη ακατανόητη η επιβάρυνση όσων διαθέτουν χαμηλά εισοδήματα και επί της ουσίας ροκανίζει το μισό από το φορολογικό όφελος.

Αρκετοί από αυτούς επέλεξαν πρόσφατα να προχωρήσουν σε διακανονισμό των συσσωρευμένων ασφαλιστικών χρεών, επειδή τους δινόταν η δυνατότητα διαγραφής μεγάλου μέρους του κεφαλαίου, εκτός από τους τόκους, και αποπληρωμής σε μεγάλο αριθμό δόσεων. Η νέα επιβάρυνση μπορεί να φέρει, κάποιους από αυτούς, σε δυσχερή θέση, και πιθανότατα να θέσει σε κίνδυνο τη δυνατότητα εξυπηρέτησης της ρύθμισης χρεών. Δεν θα έχουν προλάβει να αισθανθούν το όφελος από την μείωση του φόρου εισοδήματος ενώ ήδη επί αρκετούς μήνες του 2020 θα καταβάλλουν αυξημένες εισφορές.

Χρόνος υπάρχει έως την ψήφιση του νόμου. Ας ελπίσουμε ότι θα πρυτανεύσουν ψυχραιμότερες, ωριμότερες και καλύτερα τεκμηριωμένες φωνές που θα αποτρέψουν ένα πολιτικό λάθος (ανακολουθία) και κοινωνικό (οικονομική επιβάρυνση) λάθος,.